ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ

Το πρώτο μου μυθιστόρημα βρήκε ανταπόκριση στον εκδοτικό οίκο Bookstars  http://www.bookstars.gr/User/BookDetails.aspx?Id=TDT1W70U9K9Snb%2f%2fqcawRw%3d%3d&CId=49ZlzbrVvqo%3d

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ρώμη – Μάρτιος   2004
  Ο Φεντερίκο  Φορλάνι  κατέβασε  το  ακουστικό  σφίγγοντας  το  στη  χούφτα  του, πάνω  στη  συσκευή  του  τηλεφώνου, πανιασμένος, κοιτώντας  το  κενό  για  λίγο. Έπειτα  νιώθοντας  μια  δυσφορία, έψαξε  στη  τσέπη  του  σακακιού  του, για  ένα  γυάλινο  μικρό  βαζάκι  με  χαπάκια  κι  έβγαλε  ένα  στη  παλάμη  του.
   «Τι  συνέβη;» ρώτησε  ο  Νέστρο  Μετσοτζόρνο, που  καθόταν  σε  μια  πολυθρόνα  μπροστά  απ’ το  γραφείο, του  φίλου  και  συνεταίρου  του, βλέποντας  τον  να  παίρνει  το  υπογλώσσιο.
   «Ο  Ζακ  ντε  Μολαί…πέθανε!» είπε  ψιθυριστά, σχεδόν  με  απόγνωση.
   «Πότε;…» ρώτησε  ο  Νέστρο  με  την  ίδια  έκπληξη  κι  απόγνωση. Ο  Φεντερίκο  πήρε  το  ποτήρι  με  το  νερό  και  ήπιε  ασυναίσθητα, καταπίνοντας  ακούσια  και  το  χάπι  γεμάτος  εκνευρισμό. Χαλάρωσε  τη  γραβάτα  του  για  να  πάρει  ανάσα. Είχε  γίνει  ωχρός!
   «Τι  σημασία  έχει; Δε  μπορώ  να  πιστέψω  ότι  δε  προλάβαμε  να  μιλήσουμε  με  το  Ζακ! Χάσαμε  τόσο  χρόνο! Ο  Φράνκο  Γκαρσία, περιμένει  απαντήσεις, αποτελέσματα  κι  εμείς  είμαστε  στο  μηδέν!»
   «Ηρέμησε, μη  πάθεις  τίποτα! Θα  βρούμε  τη  λύση! Πρέπει  να  σκεφτούμε  τα  πράγματα  ψύχραιμα  …» προσπάθησε  να  τον  καθησυχάσει  ο  Νέστρο, αλλά  ο  Φεντερίκο  ήταν  εκτός  εαυτού.
   «Ξέρεις  πόσα  λεφτά  χάνουμε; Αν  δεν  βρούμε  τα  κειμήλια  όχι  μόνο  δεν  θα  μας  δώσει  αυτά  που  υποσχέθηκε, αλλά  θα  μας  ζητήσει  πίσω  και  τη  προκαταβολή  που  μας  έδωσε  και  δεν  τα  έχουμε  όλα  τα  λεφτά! Κάναμε  βλέπεις  την  επέκταση  του  μαγαζιού…»
   «Φεντερίκο…»
   «Που  έχει  τα  κειμήλια, Νέστρο!; Όσο  ήταν  στο  ίδρυμα  ο  ντε  Μολαί, μπήκαμε  στο  σπίτι! Ήταν  άδειο  ακόμη  κι  από  έπιπλα! Στις  μοναδικές  ντουλάπες  που  υπήρχαν  στα  υπνοδωμάτια, δεν  υπήρχαν  τίποτ’ άλλο  εκτός  από  κρεμάστρες! Και  ο  νοσοκόμος  που  τον  κουράριζε  δεν  μπόρεσε  να  του  αποσπάσει  καμιά  πληροφορία  όσο  φιλικά  κι  αν  τον  πλησίασε…Που  τα  έχει; Σε  θυρίδα  σε  τράπεζα; Δεν  μπορώ  να  σκεφτώ  τίποτ’ άλλο!» 
   Ο  Νέστρο  στάθηκε  πάνω  απ’ το  Φεντερίκο  που  παραληρούσε  και  του  έσφιξε  τον  ώμο  με  τη  παλάμη  του  για  να  τον  επαναφέρει  στη  τάξη.
   «Ηρέμησε  Φεντερίκο! Τα  ξέρω  όλ’ αυτά! Ηρέμησε! Θα  κάνουμε  ότι  μπορούμε!»
   «Τι  θα  κάνουμε; Έχεις  κάτι  στο  μυαλό  σου;»
   «Ο  ντε  Μολαί  είχε  έναν  αδελφό, απ’ όσο  ξέρω…» είπε  ο  Νέστρο.
   «…και…»
   «Αυτός  έχει  δυο  παιδιά! Ένα  κορίτσι  κι  ένα  αγόρι. Αυτό  το  αγόρι  θα  ψάξουμε  να  βρούμε. Ίσως  είναι  ο  αποδέκτης  κάποιας  δωρεάς.»
   «Υποθέσεις…υποθέσεις…αν, ίσως…» είπε  ο  Φεντερίκο  απογοητευμένος.
   Ο  Νέστρο  τον  κοίταξε  εκνευρισμένος. «Έχεις  να  προτείνεις  κάτι  καλύτερο;» του  επιτέθηκε.
   «Δεν  ξέρω…ούτε  μπορώ  να  σκεφτώ  καθαρά  αυτή  τη  στιγμή!»
   «Λοιπόν, άσ’ το  πάνω  μου! Εσύ  ηρέμησε  προς  το  παρόν  κι  εγώ  θα  βάλω  άνθρωπο  να  ψάξει  για  κάποια  πράγματα  και  θα  σε  ενημερώνω…» είπε  ο  Νέστρο  και  βγάζοντας  το  κινητό  του  απ’ τη  τσέπη, του  σακακιού  του, προχώρησε  προς  τη  πόρτα.

**********
Ελλάδα – Απρίλιος  2006
   Η  Χριστίνα  περπατούσε  βιαστικά  με  το  μακρύ  μπλε  φόρεμα  να  μπλέκεται  στα  πόδια  της, αλλά  δεν  την  ένοιαζε, το  είχε  συνηθίσει. Η  μακριά  μαντίλα  στο  κεφάλι  της, ήταν  τόσο  μεγάλη  που  έφερνε  μια  στροφή  γύρω  απ’ το  λαιμό  της  και  σκέπαζε  και  το  στόμα  της. Παρ’ όλο  που  ο  καιρός  ήταν  αρκετά  ζεστός  για  μήνα  Οκτώβρη, την  είχε  τραβήξει  για  να  τη  χρησιμοποιήσει  σα  παρωπίδα, ώστε  να  μη  βλέπει  τριγύρω  το  άγονο  τοπίο, όπου  ήξερε  ότι  υπήρχαν  τάφοι  σκαμμένοι  στα  πρανή  του  απέναντι  λόφου.
   Εκεί, στο  ύψωμα, υπήρχε  ακόμα  ο  σταυρός  όπου  είχαν  σταυρώσει  το  Ναζωραίο  και  ο  τάφος  του, με  το  βράχο  μετακινημένο  παράμερα, έχασκε  άδειος  και  σκοτεινός. Κανείς  δεν  είχε  πλησιάσει  μετά  την  εξαφάνιση  του  σώματος. Άλλοι  από  φόβο, άλλοι  από  δέος, κανείς  δεν  είχε  τολμήσει  να  κλείσει  το  τάφο, παρ’ όλο  που  είχαν  περάσει  επτά  ολόκληροι  μήνες  απ’ την  φήμη  που  είχε  κυκλοφορήσει  ότι  αναστήθηκε.
   Και  η  ίδια  φοβόταν. Κάθε  φορά  που  έπρεπε  να  βγει  απ’ τα  τείχη, ένοιωθε  ρίγος  και  μόνο  στην  ιδέα  ότι  θα  περάσει  από’ κει, όσο  μακριά  κι  αν  ήταν  ο  λόφος  απ’ την  πόλη. 
   Πλησίαζε  στη  πύλη, του  δυσθεώρητου  τείχους  με  τις  πολεμίστρες, όταν  άκουσε  κάποιον  να  τη  καλεί  με  το  όνομα  της. Γύρισε  για  να  αντικρίσει  έναν  ηλικιωμένο  άνδρα  με  λευκό  ράσο. Στο  στήθος  του  υπήρχε  ένας  κόκκινος  σταυρός  και  στο  κεφάλι  του  φορούσε  ασημόλευκη  καλύπτρα. Είχε  μακριά  γκριζαρισμένα  μαλλιά  και  γένια  που  σκέπαζαν  το  στέρνο  του  και  κρατούσε  ευλαβικά  στα  χέρια  του, σκεπασμένο  με  βαμβακερή  κουβερτούλα, ένα  βρέφος.
   Της  το  πρότεινε  κι  εκείνη  το  πήρε  ακούσια  στα  χέρια  της.
   «Φρόντισε  το! Το  λένε  Ζακ…» της  είπε  εκείνος  κι  έφυγε.
   Η  Χριστίνα  το  είδε  που  της  χαμογελούσε  κι  ένιωσε  συγκίνηση.
   Σοκαρισμένη  αναδεύτηκε  στον  ύπνο  της  και  ξύπνησε.
   Τι  παράξενο  όνειρο!!
   Άνοιξε  τα  μάτια  της  για  να  αντικρίσει  τα  ηλεκτρονικά  ψηφία  του  ρολογιού  στο  κομοδίνο  της, που  την  ενημέρωνε  ότι  ήταν  έξη  και  μισή  το  πρωί.
   Μια  απρόσκλητη  τάση  για  εμετό  τη  ξεσήκωσε  και  βιαστικά, χώθηκε  στη  τουαλέτα.
   Δεν  ήταν  η  πρώτη  φορά  που  είχε  πρωινούς  εμετούς. Τη  τελευταία  βδομάδα, αναγκάστηκε  να  σκύψει  πάνω  απ’ το  νιπτήρα  τρεις  φορές.
   Αναρωτήθηκε  αν  το  όνειρο  της, είχε  κάποια  σχέση  με  τη  κατάσταση  της.
   Μπορεί  το  υποσυνείδητο  της, να  προσπαθούσε  να  την  αφυπνίσει  αφού  είχε  ήδη  καθυστέρηση  στη  περίοδο  της, δυο  μήνες, αλλά  δεν  ήθελε  να  παραδεχτεί  ότι, μετά  το  πρόσφατο  χωρισμό  της  απ’ τον  Ιάκωβο, ανακάλυψε  ότι  είναι  έγκυος  απ’ αυτόν. Δεν  ήθελε  να  αναγκαστεί  να  γυρίσει  κοντά  του, εξ’ αιτίας  μιας  εγκυμοσύνης, αλλά  αποφάσισε  να  επισκεφθεί  κάποιο  γιατρό  για  μια  επιβεβαίωση.
   Μπήκε  ξανά  στη  κρεβατοκάμαρα  και  ντύθηκε. Στο  μυαλό  της  τριγυρνούσε  το  όνειρο  που  είδε, σαν  κάτι  παράδοξο, αδυνατώντας  να  συνδυάσει  τη  πιθανή  εγκυμοσύνη  της, με  τα  τείχη, το  σταυροφόρο, τη  σταύρωση  του  Ιησού  και  την  αμφίεση  της, ακόμα  και  με  την  ημερομηνία, που  πλανιόταν  στο  υποσυνείδητο  της, χωρίς  να  εκφραστεί…
   Παρασκευή  13  Οκτωβρίου…!!

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ  1
Ελλάδα – Παρασκευή  13  Οκτωβρίου  2006
   «Ποιος είπαμε  ήταν  ο  Σαλαδίνος;» ρώτησε  ο  Ιάκωβος  τους  μαθητές  του.
   Κάποιος  απ’ τις  πίσω  σειρές  των  θρανίων, σήκωσε  το  χέρι  του  κι  ο  Ιάκωβος, του  έδωσε  την  άδεια.
   «Σουλτάνος  της  Αιγύπτου, της  Συρίας, της  Υεμένης  και  της  Παλαιστίνης,» απάντησε  ο  μαθητής  κι  έκανε  να  συνεχίσει, αλλά  ο  καθηγητής  του, τον  διέκοψε.
   «Και  ποιο  ήταν  το  πλήρες  όνομα  του;»
   «Σαλάχ  αντ-Ντιν  Γιουσούφ  Αγιούμπ,» απάντησε  ο  μαθητής.
   Ο  Ιάκωβος  γύρισε  και  κοίταξε  τα  παιδιά  σ’ ολόκληρη  την  αίθουσα.
   «Κανείς  άλλος  που  να  θέλει  να  μοιραστεί  τις  γνώσεις  του, μαζί  μας;» σάρκασε  ήπια  κι  έκανε  νεύμα  στον  όρθιο  μαθητή  να  καθίσει  κι  απευθύνθηκε  σε  κάποιον  άλλο.
   «Εσύ, πες  μου  τι  σημαίνει  το  πλήρες  όνομα  του  Σαλαντίν,» ο  μαθητής  σηκώθηκε, προσπαθώντας  να  κρύψει  το  συναίσθημα  της  βαρεμάρας  που  ένιωθε.
   «Αρετή  της  πίστεως, Ιωσήφ, γιος  του  Ιώβ,» απάντησε.
   «Α! είδατε  που  ξέρετε  πολλά  πράγματα;» τους  πείραξε  ο  Ιάκωβος  και  έδειξε  έναν  άλλο  μαθητή  στην  αντίθετη  μεριά  της  αίθουσας, για  την  επόμενη  ερώτηση  του. «Και  τι  έκανε  ο  Σαλαδίνος;»
   «Πολέμησε  εναντίον  των  χριστιανών  Σταυροφόρων  και  το  1187  κατόρθωσε  να  καταλάβει  την  Ιερουσαλήμ, μετά  από  88  χρόνια  κατοχής  απ’ τους  Φράγκους…» απάντησε  αβίαστα  ο  μαθητής.
   Ο  Ιάκωβος, του  έκανε  νεύμα  να  καθίσει  κι  ανέβηκε  στην  έδρα  του  και  συμβουλεύτηκε  το  βιβλίο  του.
   «Μάλιστα… το  1169, λοιπόν, σε  ηλικία  31 χρόνων  κι  αφού  είχε  πεθάνει  ο  θείος  του, Σιρκούχ, διέταξε  να  σκοτώσουν  τον  ισχυρό  βεζίρη  της  Φατιμιδικής  Αιγύπτου, Σαουάρ. Έτσι, διορίστηκε  συγχρόνως  διοικητής  των  συριακών  στρατευμάτων  και  βεζίρης  της  Αιγύπτου. Θεωρητικά, παρέμενε  υποτελής, του  εμίρη  της  Συρίας, Νουρετίν  κι  ας  ήταν  βασιλιάς  της  Αιγύπτου, αλλά  η  σχέση  αυτή  άλλαξε, όταν  πέθανε  ο  εμίρης. Το  1174, αφού  είχε  δημιουργήσει  έναν  μικρό, αλλά  πειθαρχημένο  στρατό, αφιερώθηκε  να  συνενώσει  υπό  τη  σημαία  του, όλα  τα  ισλαμικά  εδάφη  της  Συρίας, της  βόρειας  Μεσοποταμίας, της  Παλαιστίνης  και  της  Αιγύπτου  και  τα  κατάφερε. Συγκέντρωσε  στην  αυλή  του, λόγιους  και  ιεροκήρυκες, ίδρυσε  σχολεία  και  τζαμιά  και  προώθησε  τη  συγγραφή  έργων  ηθικού  περιεχομένου, ιδιαίτερα  το  τζιχάντ, τον  ιερό  πόλεμο. Πέτυχε  την  ενότητα  και  τη  πειθαρχία  μεγάλου  αριθμού  διάσπαρτων  κι  άτακτων  δυνάμεων. Παγίδεψε  έτσι  και  συνέτριψε  σε  μια  μόνο  μάχη, τον  εξαντλημένο  από  δίψα  στρατό  των  χριστιανών  στο  Χατίν, κοντά  στη  Τιβεριάδα  της  βόρειας Παλαιστίνης. Έτσι  κατέλαβαν  όλο  σχεδόν  το  βασίλειο  της  Ιερουσαλήμ… Θέλω  να  κάνετε  μια  εργασία  για  το  βασίλειο  της  Ιερουσαλήμ, δηλαδή  την  Άκρα, τη  Βηρυτό, τη  Σιδώνα, τη  Ναζαρέτ…» κοίταξε  τους  μαθητές  του, «σημειώνετε;» ρώτησε  με  πιο  έντονο  ύφος  και  μερικοί  αδιάφοροι, βιάστηκαν  να  ανοίξουν  εκείνη  τη  στιγμή  τα  τετράδια  τους.
   «Λοιπόν, είπαμε, Άκρα, Βηρυτός, Σιδώνα, Ναζαρέτ, Καισάρεια, Νάμπλους, Γιάφα  και  Ασκάλων, οι  οποίες  καταλήφθηκαν  μέσα  σε  τρεις  μήνες  απ’ το  στρατό  του  Σαλαδίνου. Η εργασία  πρέπει  να  είναι  πάνω  από  τρεις  σελίδες. Τη  Δευτέρα  να  την  έχετε  έτοιμη. Θα  κριθεί  η  βαθμολογία  σας  απ’ αυτή…»
   Οι  μαθητές  του, δυσανασχέτησαν  με  την  εργασία. Θα  τους  χαλούσε  όλο  το  Σαββατοκύριακο! Ακούγοντας  το  κουδούνι, σηκώθηκαν  και  με  υποτονικό  θόρυβο, καθώς  έσερναν  τα  πόδια  τους, βγήκαν  απ’ την  αίθουσα  κι  ο  Ιάκωβος, καθώς  τους  παρακολουθούσε, χάθηκε  μέσα  στις  σκέψεις  του, επηρεασμένος  απ’ το  μάθημα  για  τους  ιερούς  πολέμους. Στο  μυαλό  του  ήρθε  ένα  πρόσφατο  γεγονός  που  είδε  στις  ειδήσεις, όπου  ένας  νεαρός  μουσουλμάνος, ζωσμένος  με  εκρηκτικά,  είχε  μπει  σ’ ένα  μαγαζί  κι  έβαλε  σε  λειτουργία  το  μηχανισμό. Δεν  θυμόταν  τον  αριθμό  των  θυμάτων. Πόσοι  νεκροί  και  πόσοι  τραυματίες. Αλλά  σε  τελική  ανάλυση, τι  σημασία  είχαν  οι  αριθμοί!; Πάντα  θα  υπάρχουν  θύματα! Με  το  πέρασμα  του  χρόνου, οι  χριστιανοί  άλλαξαν  νοοτροπία  σε  ότι  αφορά  τον  ιερό  πόλεμο. Τώρα  προσπαθούν  να  λύσουν  τα  προβλήματα  που  δημιουργούνται, με  τον  διάλογο, χρησιμοποιώντας  την  πολιτική  αντί  για  την  επίθεση, αλλά  στο  παρελθόν  και  οι  μουσουλμάνοι  και  οι  χριστιανοί, στο  όνομα  της  θρησκείας  έχουν  κάνει  απίστευτα  εγκλήματα, παρ’ όλο  που  ο  Χριστός  είχε  πει  «αγαπάτε  αλλήλους». Τελικά, πάντα  θα  υπάρχουν  εξουσιαστές  και  υποτακτικοί  και  η  εξουσία  είναι  ναρκωτικό, είτε  είναι  θρησκευτική, είτε  είναι  πολιτική, φιλοσόφησε  νοερά. 
   Γύρισε  σελίδα  στο  ημερολόγιο  που  είχε  πάνω  στο  γραφείο  του.
   Η  ημερομηνία  που  αντίκρισε, παρ’ όλο  που  την  είχε  δει  άπειρες  φορές  στο  παρελθόν, έφερε  μια  αλλόκοτη  ανατριχίλα  στη  σπονδυλική  του  στήλη…
   …Παρασκευή  13 Οκτωβρίου  2006…
   Συνειδητοποίησε  ξαφνικά, μέσα  από  ένα  περίεργο  συνειρμό  σκέψεων, ότι  είχε  τα  γενέθλια  του. Σήμερα  έκλεινε  τα  σαράντα  πέντε.
   Το  κινητό  του, κουδούνισε  στο  χαρακτηριστικό  ήχο  των  μηνυμάτων  του. Ήταν  από  τη  Χριστίνα.  
   Διάβασε: «Χρόνια  σου  πολλά  και  καλά.»
   Κάθισε  στη  δερμάτινη  πολυθρόνα  γραφείου, πίσω  απ’ την  έδρα  του  και  άφησε  το  βλέμμα  του  να  πέσει  στο  κενό. Ήταν  περίεργο  που  τον  θυμήθηκε  μετά  από  τόσους  μήνες  και  μάλιστα  στα  γενέθλια  του, τα  οποία  είχε  ξεχάσει  κι  ο  ίδιος!
   Ο  νους  του, περιπλανήθηκε  χαλαρά, κάνοντας  ένα  σύντομο  απολογισμό, της  πρόσφατης  ζωής  του. Ήταν  μόνος  εδώ  και  αρκετούς  μήνες, έπειτα  από  μια  σχέση  ενός  χρόνου  περίπου, με  την  όμορφη, μελαχρινή  Χριστίνα. Είχε  ξεκινήσει  απρόοπτα, όταν  εκείνη  ήρθε  μια  μέρα  στο  λύκειο  να  πάρει  την  ανιψιά  της.
   Ο  Ιάκωβος  την  είδε  έξω  απ’ το  λύκειο, να  στέκεται  πλάι  στο  αυτοκίνητο  της  και  μόλις  η  ανιψιά  της, Ευγενία  Μαλτέζου, τη  πλησίασε, αντάλλαξαν  ψιθυριστά  μυστικά, κοιτώντας  προς  το  μέρος  του.
   Εκείνος, αν  και  η  πρώτη  εντύπωση  ήταν  πολύ  καλή, δεν  ένιωσε  διατεθειμένος  να  δημιουργήσει  οποιαδήποτε  σχέση  μαζί  της, μέχρις  ότου  η  Χριστίνα  τον  πλησίασε, με  το  λικνιστικό  της  βάδισμα  και  το  χέρι  ζεστό, απλωμένο  για  χειραψία, η  οποία  ήταν  εγκάρδια  όταν  ο  Ιάκωβος  ανταποκρίθηκε.
   «Χριστίνα  Μαλτέζου,» συστήθηκε. «Είμαι  θεία, της  Ευγενίας. Αδελφή, του  πατέρα  της,» διευκρίνισε.   
   «Ιάκωβος…» δεν  πρόλαβε  να  τελειώσει  τη  φράση  του.
   «Ξέρω…» τα  μάτια  της  έλαμπαν  από  ενθουσιασμό  για  τη  γνωριμία. «Ιάκωβος  Φραντζέκος, καθηγητής  ιστορίας. Τα  λέω  καλά; Η  Ευγενία  μου  έχει  μιλήσει  πολύ  για  σας! Είναι  ενθουσιασμένη!»
   Μετά  από  αυτό, η  σχέση  τους, εξελίχθηκε  ραγδαία  και  με  ενθουσιασμό.
   Η  Χριστίνα  ήταν  μια  γυναίκα  με  πολύ  ενθουσιασμό  και  αυθορμητισμό, αλλά  ο  Ιάκωβος  ανακάλυψε  ότι  δεν  τον  γέμιζε  τελικά  αυτό.
   Περνούσε  καλά  μαζί  της, αλλά  είχε  την  εντύπωση  ότι  η  σχέση  τους  ήταν  επιφανειακή. Έτσι  αποφάσισε  να  δώσει  ένα  τέλος, πριν  αρχίσει  η  Χριστίνα  να  ονειρεύεται  μια  κοινή  μελλοντική  ζωή.
   Παρ’ όλο  που  ο  ίδιος  επεδίωξε  στην  αρχή  αυτό  το  χωρισμό, ένιωσε  για  λίγο  αβέβαιος  για  την  απόφαση  του. Ετοιμάστηκε  για  το  τελευταίο  ραντεβού, γεμάτος  νευρικότητα.
   Η  Χριστίνα, τον  περίμενε  από  ώρα  στο  εστιατόριο  κι  ο  Ιάκωβος  άργησε  επίτηδες, για  να  της  στείλει  το  μήνυμα, του  επικείμενου  αποχωρισμού  κι  όταν  πλησίασε  στο  τραπέζι  τους, τον  κοίταξε  βλοσυρή. Εκείνος  της  ανταπέδωσε  το  ίδιο  βλέμμα, χωρίς  ίχνος  μετανοίας  για  την  αργοπορία  του.
   «Είναι  η  δεύτερη  φορά  που  με  στήνεις…» του  είπε  με  διάθεση  παράπονου.
   «Ναι…συγνώμη…» είπε  χωρίς  να  το  εννοεί, προσπαθώντας  να  βρει  το  τρόπο  που  θα  της  έλεγε  τις  προθέσεις  του. Δεν  ήθελε  να  τη  πληγώσει, υποβιβάζοντας  την.
   Η  Χριστίνα  κατάλαβε, πως  η  σχέση  της  μ’ αυτό  τον  υπέροχο  άνθρωπο  είχε  τελειώσει  και, παρ’ όλο  που  δεν  το  ήθελε, έπρεπε  να  τον  διευκολύνει, για  να  μη  νιώθει  κανείς  τους  τύψεις.
   «Ιάκωβε…θέλεις  να…χωρίσουμε;» τον  ρώτησε  ευθέως. Εκείνος  τη  κοίταξε  σοκαρισμένος  κι  έπειτα  χαμήλωσε  το  βλέμμα. Δεν  περίμενε  να  είναι  τόσο  διορατική!
   «Δεν…ξέρω…» είπε  υποτονικά.
   «Πες μου, ειλικρινά! Νομίζεις  ότι  πρέπει  να  χωρίσουμε;» ρώτησε  εκείνη  με  βουρκωμένα  μάτια. Ο  Ιάκωβος, κούνησε  καταφατικά  το  κεφάλι, αποφεύγοντας  να  τη  κοιτάξει, νιώθοντας  πιο  άσχημα, απ’ ότι  περίμενε. Η  Χριστίνα, σηκώθηκε  αμέσως  απ’ το  τραπέζι, συγκρατώντας  με  κόπο  τα  δάκρυα  της.
   «Αντίο  λοιπόν…» είπε  σιγανά  κι  έφυγε  απ’ τη  ζωή  του, ευτυχώς  για  τον  ίδιο, σιωπηλά  κι  ανώδυνα!
   Περίπου  οχτώ  μήνες  πέρασε  στη  μοναξιά  της  εργένικης  ζωής  αλλά  ακόμα  δεν  είχε  ξεκαθαρίσει  μέσα  του, αν  ο  χωρισμός  απ’ τη  Χριστίνα, ήταν  η  καλύτερη  απόφαση  που  πήρε  ποτέ. Προσπάθησε  να  το  αντιμετωπίσει σαν  ένα  ορόσημο  κι  όσο  πλησίαζαν  τα  γενέθλια  του, παρ’ όλο  που  ένιωθε  μόνος, παράλληλα  ένιωθε  πληρότητα  και  μια  προσμονή  για  κάτι  σημαντικό  που  θα  ερχόταν  και  ήταν  πολύ  κοντά, το  αισθανόταν!
   Ξαφνικά, το  μονοπάτι  της  μνήμης  του, πέρασε  απ’ την  αναπόληση, σε  ένα  περίεργο  κι  αλλόκοτο  ταξίδι, όπου  το  φως  της  ημέρας  έσβησε  αόριστα  γρήγορα, δημιουργώντας  γύρω  του  ένα  σκοτάδι. Κάπου  φεγγοβολούσε  κάποιο  περίεργο  φως, που  τρεμόπαιζε  να  σβήσει, σαν  να  το  φυσούσε  απαλό  αεράκι. Οι  φωνές  των  μαθητών  του  απ’ το  προαύλιο, έγιναν  μια  κραυγή  σαν  αλλόκοτος  ψίθυρος  κάποιου  όχλου  που  απλώθηκε  τριγύρω  του, μέσα  στο  σκοτάδι  γεμάτος  φόβο…
   …τον  φόβο  της  προδοσίας…
   Ο  Ιάκωβος  βρέθηκε  να  περπατά  σοκαρισμένος  κι  απορημένος, μ’ ένα  φόβο  στη  ψυχή  του, μέσα  σ’ αυτό  το  απρόσκλητο  σκοτάδι, όπου  στο  φως  του  φεγγαριού  και  των  δαδιών, έλαμψαν σπαθιά, ασπίδες, ελαφρές  πανοπλίες  και  κοντάρια  κι  ακούγονταν  ιαχές  στρατιωτών  και  ο  θόρυβος  του  ατσαλιού, που  χτυπούσε  πάνω  σε  ατσάλι  καθώς  μουσουλμάνοι  στρατιώτες  και  ιππότες  με  λευκά  ράσα, έδιναν  μάχη  σώμα  με  σώμα  τριγύρω  του.
   Τοξότες  σημάδευαν  αδίστακτα  και  χωρίς  οίκτο  με  τα  βέλη  τους, άοπλους  καλόγερους, οι  οποίοι  έτρεχαν  να  σωθούν  ψιθυρίζοντας  με  γουρλωμένα  μάτια  απ’ το  τρόμο, προσευχές  μέσα  στο  πανικό  τους, μέχρι  να  τρυπήσει  η  αιχμή  του  βέλους  την  ευαίσθητη  σάρκα  τους. Οι   ιππότες  και  οι  στρατιώτες, τυφλωμένοι  από  το  μένος  της  μάχης, στη  προσπάθεια  τους  να  επιβιώσουν  απ’ τις  κοφτερές  λάμες  των  σπαθιών, των  αντιπάλων  τους, ποδοπατούσαν  τους  ανήμπορους  τραυματίες  που  έμεναν  να  ξεψυχούν  σιγά-σιγά  και  να  αποκεφαλίζονται  ή  να  ακρωτηριάζονται  απ’ τα  σπαθιά  που  στριφογυρνούσαν  από  πάνω  τους.
   Ο  νους  του  Ιάκωβου, δεν  ήθελε  να  παραδεχτεί  τη  σφαγή  που  γινόταν.
   Στεκόταν  πλάι  σ’ ένα  πηγάδι  και  κοιτούσε   τριγύρω  του, στο  τεράστιο  προαύλιο  χώρο, με  φρίκη, λύπη  κι  απόγνωση, που  δεν  μπορούσε  να  σταματήσει  με  μια  μαγική  κίνηση  αυτό  το  μακελειό. Ένιωθε  ασήμαντος, μπροστά  στο  θάνατο  που  τον  περιτριγύριζε! Δάκρυα  έτρεξαν  στα  μάγουλα  του…
   Μια  ακόμα  φωνή, που  ήρθε  στο  νου  του  σαν  ψίθυρος, κραύγασε.
   «Ο  βασιλιάς  μας  πρόδωσε!»
   Ο  Ιάκωβος, ασυναίσθητα  γύρισε  προς  τη  φωνή  και  είδε  στο  φως  απ’ τις  δάδες, που  έπεφταν  τριγύρω  μαζί  με  τα  άψυχα  σώματα  των  ανδρών, κάτι  να  λαμπιρίζει  στο  χρώμα  του  μπρούτζου, ενώ  ταυτόχρονα  άκουσε  και  το  μεταλλικό  θόρυβο, καθώς  το  αντικείμενο  χτύπησε  στο  χείλος  του  πηγαδιού  και  το  παφλασμό  του  νερού, όταν  εκείνο  χάθηκε  μέσα  στο  σκοτεινό  κοίλωμα  του.
   Ένας  άνδρας  πλάι  στον  Ιάκωβο, άπλωσε  το  χέρι  του, σκύβοντας, σε  μια  απατηλή  προσπάθεια  να  αρπάξει  στον  αέρα  το  πολύτιμο  αντικείμενο, το  οποίο  είχε  προσπαθήσει  να  σώσει  απ’ τη  λεηλασία  των  στρατιωτών, θυσιάζοντας  τη  ζωή  του.  
   Ψιθύρισε  άψυχα  κάτι  ασυνάρτητο  και  γέρνοντας  έπεσε  πλάι, στο  τοίχο  του  πηγαδιού, μπροστά  στα  πόδια  του  Ιάκωβου.
   Εκείνος  κοίταξε  σοκαρισμένος  το  κενό  βλέμμα  του  άνδρα. Νόμισε  ότι  τον  άκουσε  να  λέει  τη  λέξη  «δισκοπότηρο», αλλά  δεν  ήταν  σίγουρος, γιατί  ο  νεκρός  δεν  είχε  μιλήσει  ελληνικά.
   Το  λευκό  ράσο  με  τον  κόκκινο  σταυρό  στο  στήθος, είχε  καλυφθεί  από  ένα  μεγάλο  κόκκινο  λεκέ.
   Ο  Ιάκωβος, ακούγοντας  οπλές  αλόγου, σήκωσε  ενστικτωδώς  το  κεφάλι  του. Ένας  έφιππος  στρατιώτης  με  ελαφριά  πανοπλία, τον  σημάδευε  με  το  τόξο  του, έτοιμος  να  αφήσει  το  βέλος.
   Το  ένστικτο  της  αυτοσυντήρησης, τον  ανάγκασε  να  βγει  απ’ το  λήθαργο  και  να  κινηθεί. Έσκυψε  για  να  αποφύγει  το  βέλος  και  με  μια  ιαχή  τρόμου  και  θράσους, έτρεξε  πανιασμένος, προς  το  μέρος  του  εχθρού  και  μην  αφήνοντας  του  περιθώριο  άμυνας, τον  άρπαξε  από  το  μανδύα, τον  έριξε  από  το  άλογο  και  του  έμπηξε  στο  στήθος  το  σπαθί, που  μόλις  εκείνη  τη  στιγμή  συνειδητοποίησε  ότι  κρατούσε.
   Άκουσε  τη  κραυγή  του  πόνου, που  έσβησε  απ’ το  ρόγχο  του  θανάτου, μαζί  με  τον  ήχο  του  κόκαλου  που  έσπαγε  στη  βία  της  κοφτερής  λεπίδας.
   Το  αίμα  που  πιτσίλισε  γύρω  του, έβαψε  και  το  δικό  του  ράσο, αλλά  ο  Ιάκωβος  διαπίστωσε  ότι  ήταν  ήδη  λερωμένο  απ’ τη  μάχη.
   Κοίταξε  προς  το  πηγάδι  όπου  είχε  πέσει  το  πολύτιμο  αντικείμενο, αλλά  ένας  έντονος  και  περίεργος  ήχος, του  απέσπασε  την  προσοχή.
   Κοίταξε  τριγύρω…
   …την  αίθουσα…
   …τα  θρανία…
   …το  κινητό  του, που  το  είχε  ακουμπήσει  πάνω  στο  γραφείο  του, χτυπούσε  και  ο  ήλιος  έμπαινε  άπλετος  απ’ τις  μεγάλες  τζαμαρίες  ενώ  ο  ίδιος  ήταν  όρθιος. Το  κορμί  του  ήταν  αιχμάλωτο  μιας  περίεργης  υπερέντασης. Σαν  να  ήταν  έτοιμος  να  αμυνθεί  σε  μια  επικείμενη  επίθεση, έχοντας  την  αόριστη  εντύπωση  ότι  βρισκόταν  κάπου  αλλού  εκείνη  τη  στιγμή.
   Με  μια  ανατριχίλα  να  σαρώνει  το  είναι  του  και  την  αίσθηση  ότι  αιωρείται  στο  χρόνο, κοίταξε  την  οθόνη  του  κινητού  του, το  οποίο  σταμάτησε  να  καλεί.
   Ανάσανε  βαριά, αιχμάλωτος  ακόμα, του  περίεργου  σοκ  από  τα  γεγονότα  που  προηγήθηκαν  και  διάβασε  το  μήνυμα  που  του  έστειλε  η  αδελφή  του.
   «Χρόνια  σου  πολλά! Το  βράδυ  σε  περιμένουμε  στο  σπίτι  του  μπαμπά.»
   Σίγουρα  θα  έχουν  οργανώσει  κάποιο  πάρτι. Έλπιζε  μόνο  να  ήταν  σε  στενό  οικογενειακό  κύκλο, γιατί  ένιωθε  πολύ  ταραγμένος  για  να  συμπεριφερθεί φυσιολογικά  με  τους  φίλους.

**********
Γαλλία – Παρασκευή  13  Οκτωβρίου  2006
   Ο  Φιλίπ, ο  Λουί  και  η  Σιλβί, αναφώνησαν  γελώντας  μόλις  είδαν  τη  τούρτα  που  έφερνε  η  Ζαν, με  τα  τρία  κεράκια, σε  μορφή  γραμμάτων, ένα  F, ένα  L  κι  ένα  S, αναμμένα.
   Ο  Φιλίπ  ήξερε  ότι  δεν  θα  περνούσαν  και  φέτος  τα  γενέθλια  τους, χωρίς  ένα  πάρτι  «έκπληξη»  όπως  γινόταν  κάθε  χρόνο.
   Τη  προηγούμενη  χρονιά, μετά  το  πάρτι  που  έγινε  νωρίς  το  απόγευμα, πήγαν  όλοι  για  δείπνο  στο  εστιατόριο  στο πύργο  του  Άιφελ. Αυτό, ήταν  έκπληξη!
   Η  Ζαν  τους  είχε  μαζέψει  ξανά  όλους  στο  σπίτι  του  Φιλίπ, όπως  και  πέρυσι, τα  αδέλφια  του, Λουί  και  Σιλβί, τους  φίλους  τους  και  τα  ξαδέλφια  τους. Στόλισε  το  χώρο  με  μπαλόνια  κι  έφτιαξε  την  τούρτα  μόνη  της.
   Η  Ζαν, που  ήταν  η  ψυχή  της  διοργάνωσης, ακούμπησε  την  τούρτα  στο  τραπέζι. Η   παρέα  άρχισε  να  τραγουδάει  το  παραδοσιακό  γενέθλιο  τραγούδι. Στο  τέλος  τα  αδέλφια  έσβησαν  τα  κεράκια  μαζί  ανάμεσα  στα  χειροκροτήματα  των  φίλων  και  η  Ζαν  γελώντας  φίλησε  τον  Φιλίπ  πεταχτά  στα  χείλη.
   Έπειτα  έκοψε  τη  τούρτα, τη  σερβίρισε  σε  πιατάκια  και  τη  μοίρασε  στους  φίλους  τους.
   Το τηλέφωνο  χτύπησε. Απάντησε  η  Ζαν  και  σε  λίγα  λεπτά  φώναξε  τον  Φιλίπ.
   «Για  σένα, αγάπη,» είπε  κι  άφησε  το  ακουστικό  πλάι  στη  συσκευή. Ο  Φιλίπ  κρατώντας  το  πιατάκι  με  τη  τούρτα  πήρε  το  ακουστικό, φίλησε  πεταχτά  στα  χείλη  τη  Ζαν, η  οποία  απομακρύνθηκε  κι  απάντησε.
   «Ο  Ρομπέρ  είμαι, Φιλίπ,» ακούστηκε  η  φωνή  του  ξαδέρφου  του… «χρόνια  πολλά..»
   «Ρομπέρ!» αναφώνησε  ο  Φιλίπ  και  γύρισε  προς  τους  φίλους  και  τα  αδέλφια  του, φωνάζοντας  χαρούμενος, «παιδιά, είναι  ο  Ρομπέρ!»
   Η  Σιλβί  έλαμψε  στο  άκουσμα  του  ονόματος  και  πλησίασε, ενώ  ο  Φιλίπ  εξακολουθούσε  να  μιλά. «Τι  κάνεις; Πάντα  μας  σκέφτεσαι  παρ’ όλο  που  γιορτάζεις  κι  εσύ. Χρόνια  πολλά  και  σε  σένα…»
   «Σ’ ευχαριστώ,» η  φωνή  του  Ρομπέρ  ακουγόταν  σοβαρή  σε  σχέση  με  τη  χαρούμενη  χροιά  του  Φιλίπ. «Ξέρεις  τι  έχουμε  σήμερα;» ρώτησε.
   «Τα  γενέθλια  μας…» γέλασε  ο  Φιλίπ.
   «Ναι, αλλά…και  Παρασκευή…» τόνισε  ο  ξάδερφος  του. Ο  Φιλίπ, έχασε  λίγο  απ’ τη  χαρούμενη  διάθεση  του.
   «Τι  εννοείς; Πρώτη  φορά  είναι;»
   «Συνήθως  κάθε  έξι  χρόνια, πέφτει  ολόκληρη  η  ημερομηνία  γέννησης,» είπε  ο  Ρομπέρ.
   «Τι  προσπαθείς  να  μου  πεις;» ρώτησε  προβληματισμένος  ο  Φιλίπ.
   «Δεν  είχες  σήμερα  κάποιο  περίεργο  περιστατικό;»
   «Όχι! Τι  εννοείς  «περίεργο»;»  Ο Ρομπέρ  δεν  απάντησε  αμέσως.
   «Τίποτα! Ξέχασε  το! Χρόνια  πολλά  και  πάλι!»
   Η  Σιλβί  άπλωσε  το  χέρι  της  με  λαχτάρα  και  κάπως  αδέξια  για να  πάρει  το  ακουστικό, λέγοντας  ταυτόχρονα… «δωσ’ μου  να  του  μιλήσω  κι  εγώ…», αλλά  έσπρωξε το  χέρι  του  Φιλίπ  που  κρατούσε  το  πιάτο  με  τη  τούρτα, με  αποτέλεσμα  το  γλυκό  να  πέσει  πάνω  στο  καβάλο  του  παντελονιού  του  κι  εκείνος   ξέσπασε αγανακτισμένος. Η  Ζαν, άρχισε   να  γελάει, ενώ  τον  τράβηξε  διακριτικά, μακριά  απ’ τη  Σιλβί  που  είχε  κλειστεί  στο  κόσμο  της, μιλώντας  με  τον  Ρομπέρ   χαμηλόφωνα. 
   «Δεν  είναι  αστείο! Αυτό  το  παντελόνι  στοιχίζει   500€…» είπε  εκείνος  νευριασμένος  με  την  αδεξιότητα  της  αδελφής  του.
   «Πήγαινε  στην  τουαλέτα  να  ρίξεις  λίγο  νερό. Θα  ξεπλυθεί  αμέσως», του  σύστησε.
   «Θα  είμαι  σαν  κατουρημένος», της  είπε  σιγανά  πλάι  στον  κρόταφο  της, αλλά  με  νεύρο.
   «Άλλαξε  το! Έχεις  του  κόσμου  τα  ρούχα…» του  απάντησε  εκείνη  διασκεδάζοντας. 
   Ο  Φιλίπ  υπάκουσε  και  στο  υπνοδωμάτιο  του, έβγαλε  ένα  καινούργιο  παντελόνι  απ’ τη  ντουλάπα  και  μετά  πήγε  στη  τουαλέτα. Με  νευρικές  κινήσεις  καθάρισε  όσο  καλύτερα  μπορούσε  τη  σαντιγί  και  το  σιρόπι.
   Ξαφνικά  άκουσε  κάποιον  να  τον  καλεί  με  το  όνομα  του, ψιθυρίζοντας.
   «Φιλίπ…»
   Προσπάθησε  να  θυμηθεί  καλύτερα  αν  είχε  κλειδώσει  τη  πόρτα, γιατί  ήταν  σίγουρος  ότι  το  είχε  κάνει.
   Με  μια  ανατριχίλα  να  σαρώνει  το  κορμί  του, σήκωσε  το  κεφάλι  του  για  να  αντικρίσει  στο  καθρέφτη  πάνω  απ’ το  νιπτήρα, σοκαρισμένος, ένα  σκοτεινό  δωμάτιο  και  μέσα  έναν  άνδρα  με  λευκό  ράσο  που  στεκόταν  πίσω  του. Το  πρόσωπο  του, ήταν  κρυμμένο  στη  σκιά  της  κουκούλας  που  φορούσε  και  δεν  μπορούσε  να  δει  τα  χαρακτηριστικά  του. Μόνο  η  γκρίζα  γενειάδα  που  κάλυπτε  το  λαιμό  και  το  στέρνο  του, φαινόταν.
   Με  το  φόβο  να  κατακλύζει  τη  ψυχή  του, γύρισε  να  αντιμετωπίσει  τον  άγνωστο, αλλά  αμέσως  ένιωσε  τη  παγωμένη  λάμα  ενός  σπαθιού  να  του  διαπερνά  το  στομάχι.
   Άκουσε  κάποιο  κόκαλο  να  σπάει  και  τον  ήχο  της  σάρκας  του, που  ξυνόταν  στο  μέταλλο  κι  ο  πόνος, του  έφερε  λιποθυμία. Τα  πόδια  του, μουδιασμένα  λύγισαν  ανήμπορα  να  τον  συγκρατήσουν  όρθιο.
   Ούρλιαξε  και  γονάτισε, προσπαθώντας  να  αρπάξει  το  ράσο  του  άγνωστου, αλλά  εκείνος  δεν  υπήρχε  πια.
   Βήματα  και  φωνές, ακούστηκαν  στο  υπνοδωμάτιο, ενώ  το  αίμα  του, απλωνόταν  στα  πλακάκια  του  δαπέδου  και  λέρωνε  τα  μαλλιά  του  και  το  μάγουλο  του.
   «Φιλίπ! Είσαι  καλά!; Άνοιξε…», φώναξε  η  Σιλβί.
   «Φαίνεται  ότι  κλείδωσε  από  μέσα,» ακούστηκε  να  λέει  ο  Λουί.
   …καλά  θυμόταν  λοιπόν…σκέφτηκε  ο  Φιλίπ, καθώς  βρισκόταν  στο  μεταίχμιο  της  ανυπαρξίας, ανάμεσα  στο  φως  και  το  σκοτάδι, χωρίς  να  μπορεί  να  καταλάβει  ή  να  συνειδητοποιήσει  τι  του  συνέβαινε.
   Άκουσε  βαριά  χτυπήματα  στη  πόρτα  και  λίγο  πριν  γλιστρήσει  στη  λήθη, είδε  τη  πόρτα  να  ανοίγει  με  βία  και  να   χτυπάει  στο  τοίχο  και  τους  φίλους  του  να  μπαίνουν  στο  μπάνιο  ανήσυχοι.
   Αντίκρισαν  τον  Φιλίπ, κουλουριασμένο  στα  πλακάκια  του  δαπέδου, με  τα  μάτια  μισόκλειστα  και  γυρισμένα  πίσω  απ’ τα  βλέφαρα  και  σάλια  να  τρέχουν  απ’ το  ανοιχτό  στόμα  του.
   «Γιατί  είναι  στο  πάτωμα!;» απόρησε  ο  Λουί, αλλά  το  ύφος  του  δεν  είχε  απλή  απορία. Φαινόταν  περισσότερο  σοκαρισμένος  απ’ τους  υπόλοιπους. Ασυναίσθητα, χωρίς  να  ξέρει  το  λόγο, συνέδεσε  την  εικόνα  του  αδελφού  του, με  ένα  δικό  του  περιστατικό  πριν  από  μια  βδομάδα, όταν  εμφανίσθηκε  στο  υπνοδωμάτιο, του  δικού  του  σπιτιού, ένας  άγνωστος  με  ράσο  και  κουκούλα, όταν  όμως  η  σύζυγος  του  μπήκε  κι  άναψε  το  φως, ο  άγνωστος  δεν  υπήρχε  πια.
   «Φαίνεται  πως   λιποθύμησε…» απάντησε  ταραγμένη  η  Ζαν  και  παρ’ όλο  που  ήταν  νοσοκόμα, πάγωσε  μπροστά  στο  θέαμα  του  Φιλίπ.
   «Ρίξτε  του  λίγο  νερό  να  συνέλθει», πήρε  ο  Λουί  τη  πρωτοβουλία  ξαναγυρνώντας  στο  παρόν  και  κάνοντας  πράξη  τα  λόγια  του, του  έριξε  νερό  κι  ένα  χαστούκι.
   Ο  Φιλίπ, φώναξε  τρομοκρατημένος  καθώς  συνήλθε  και  κοίταξε  τριγύρω  αποπροσανατολισμένος  και  με  φόβο  στα  γαλάζια  μάτια  του.
   «Τι…τι…συμβαίνει;» ρώτησε  βραχνά.
   «Λιποθύμησες» του  απάντησε  ο  Βικ.
   Ο  Φιλίπ  κοίταξε  το  στομάχι  του.
   Ήταν  σώος! Ούτε  λεκές  από  αίμα, ούτε  το  πουκάμισο  του  σκισμένο, ούτε  τα  σωθικά  του  έξω…
   …κι  όμως, το  ένιωσε!
   Ένιωσε  το  σπαθί  να  τον  διαπερνά, ένιωσε  το  πόνο, άκουσε  τον  ήχο  της  λεπίδας, που  έξυνε  τη  σάρκα  καθώς  την  έκοβε, είδε  το  αίμα  να  απλώνεται  στα  πλακάκια…
   Κατά  περίεργο  τρόπο, το  υποσυνείδητο  του, του  υπαγόρευε  ότι  αυτό  που  του  συνέβη, έπρεπε  να  το  αποσιωπήσει  προς  το  παρόν, έτσι  με  το  βλέμμα  φοβισμένου  ζώου, άφησε  τους  φίλους  του  να  τον  βοηθήσουν  να  σηκωθεί. Παραπατώντας  και  στηριζόμενος  από  το  Λουί, βγήκε  αμίλητος  από  τη  τουαλέτα  και  προχώρησε  στο  υπνοδωμάτιο.
   «Φιλίπ, πονάς  πουθενά;» τον  ρώτησε  η  Ζαν, που  ακολουθούσε.
   «Όχι…γιατί;» ο  τόνος  της  φωνή  του, ήταν  αβέβαιος, ο  ήχος  ασταθής.
   «Φώναξες…ούρλιαξες  σαν  να  πονούσες» του  εξήγησε. 
   Ο  Φιλίπ  τη  κοίταξε  με  άδειο  βλέμμα, σαν  να  μην  ήταν  παρούσα.
   «Τι  έπαθες  αγάπη;» τον  ρώτησε  ανήσυχη  η  κοπέλα  του.
   «Θα  ήπιε  παραπάνω» συμπέρανε  ο  Λουί, αλλά  στη  χροιά  της  φωνής  του, η  φράση  του, φάνηκε  σαν  αβέβαιη  και  βεβιασμένη  δικαιολογία.
   «Θέλω  να…ξαπλώσω…λίγο» είπε  ο  Φιλίπ, τρέμοντας  βρεγμένος.
   «Ναι. Ξάπλωσε  να  συνέλθεις. Να  σου  φέρω  καφέ;» ρώτησε  ο  Βικ.
   «Όχι. Να…ξαπλώσω  μόνο…λίγο…» επανέλαβε  ο  φίλος  του.
   Όταν  έγειρε  στο  προσκέφαλο του, αρπάχτηκε  απ’ το  χέρι  της  Ζαν.
   «Μη  μ’ αφήνεις  μόνο  μου,» είπε  σιγανά. Εκείνη  τον  κοίταξε  με  απορία  και  κάθισε  πλάι  του  στο  κρεβάτι.
   «Τι  συμβαίνει; Τι  έπαθες!;» τον  ρώτησε, αλλά  εκείνος  έκλεισε  τα  μάτια, χωρίς  να  της  δώσει  απάντηση. Ήρθε  ξαφνικά  στο  νου  του, η  συνομιλία  του  με  τον  Ρομπέρ. Περίεργο  περιστατικό, του  είχε  πει! Σαν  αυτό  που  μόλις  συνέβη;
   Ο  Λουί  βγήκε  απ’ το  δωμάτιο  ακούγοντας  το κινητό  του  να  χτυπάει. Οι  άλλοι  τον  ακολούθησαν, αλλά  εκείνος  γύρισε  μετά  από  λίγο  με  αδημονία.
  «Ζαν, Φιλίπ, πρέπει  να  φύγω! Η  πεθερά  μου, με  πήρε  απ’ το  νοσοκομείο, η  Ναρντά  γεννάει…» είπε  με  παιδικό  ενθουσιασμό, αναφερόμενος  στη  σύζυγο  του και  ξεχνώντας  οτιδήποτε  άλλο.